耐たえきれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντέχω, υποφέρω, ανέχομαι, καταδέχομαι

Παραδείγματα

  • この寒さむさに耐たえきれる?

    Αντέχεις αυτό το κρύο;

  • 私わたしはもうこれ以上いじょう、この状況じょうきょうに耐たえきれる自信じしんがありません。

    Δεν είμαι πια σίγουρη ότι μπορώ να αντέξω αυτή την κατάσταση.

  • どんなに辛つらい試練しれんでも、必かなず耐たえきれると信しんじています。

    Πιστεύω ότι, όσο σκληρή κι αν είναι η δοκιμασία, σίγουρα θα μπορέσω να την αντέξω.

Κλίση

Παρόν (απλό)
耐えきれる
Παρόν (ευγενικό)
耐えきれます
Άρνηση (απλή)
耐えきれない
Άρνηση (ευγενική)
耐えきれません
Παρελθόν (απλό)
耐えきれた
Παρελθόν (ευγενικό)
耐えきれました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
耐えきれなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
耐えきれませんでした
Τε-μορφή
耐えきれて
Δυνητική
耐えきれられる
Προστακτική
耐えきれろ
Βουλητική
耐えきれよう
Υποθετική (ば)
耐えきれれば