しの

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπομένω, ανέχομαι, καρτερρώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
耐え忍ぶ
Παρόν (ευγενικό)
耐え忍びます
Άρνηση (απλή)
耐え忍ばない
Άρνηση (ευγενική)
耐え忍びません
Παρελθόν (απλό)
耐え忍んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
耐え忍びました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
耐え忍ばなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
耐え忍びませんでした
Τε-μορφή
耐え忍んで
Δυνητική
耐え忍べる
Προστακτική
耐え忍べ
Βουλητική
耐え忍ぼう
Υποθετική (ば)
耐え忍べば