みみかき

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ωτογλυφίδα
  2. 02 καθαρισμός αυτιών (με ωτογλυφίδα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
耳かきする
Παρόν (ευγενικό)
耳かきします
Άρνηση (απλή)
耳かきしない
Άρνηση (ευγενική)
耳かきしません
Παρελθόν (απλό)
耳かきした
Παρελθόν (ευγενικό)
耳かきしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
耳かきしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
耳かきしませんでした
Τε-μορφή
耳かきして
Δυνητική
耳かきできる
Προστακτική
耳かきしろ
Βουλητική
耳かきしよう
Υποθετική (ば)
耳かきすれば