みみこすり

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο ψιθύρισμα στο αυτί κάποιου
  2. 02 σπάνιο κακόβουλο σχόλιο, υποτιμητική αιχμή, υπονοούμενο

Κλίση

Παρόν (απλό)
耳こすりする
Παρόν (ευγενικό)
耳こすりします
Άρνηση (απλή)
耳こすりしない
Άρνηση (ευγενική)
耳こすりしません
Παρελθόν (απλό)
耳こすりした
Παρελθόν (ευγενικό)
耳こすりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
耳こすりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
耳こすりしませんでした
Τε-μορφή
耳こすりして
Δυνητική
耳こすりできる
Προστακτική
耳こすりしろ
Βουλητική
耳こすりしよう
Υποθετική (ば)
耳こすりすれば