みみにする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ακούω, τυχαίνει να ακούσω, πέφτει στην αντίληψή μου, πιάνω (τον ήχο)

Παραδείγματα

  • 昨日きのう、そのうわさみみにしました

    Χθες έτυχε να ακούσω αυτή τη φήμη.

  • えき偶然ぐうぜんむかし友達ともだち名前なまえみみにしました

    Στο σταθμό, έτυχε να ακούσω το όνομα ενός παλιού μου φίλου.

  • 最近さいきんかれあたらしい事業じぎょうはじめるというはなしをちらほらみみにするようになりました。

    Τελευταία, άρχισα να ακούω εδώ κι εκεί ότι ξεκινάει μια νέα επιχείρηση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
耳にする
Παρόν (ευγενικό)
耳にします
Άρνηση (απλή)
耳にしない
Άρνηση (ευγενική)
耳にしません
Παρελθόν (απλό)
耳にした
Παρελθόν (ευγενικό)
耳にしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
耳にしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
耳にしませんでした
Τε-μορφή
耳にして
Δυνητική
耳にできる
Προστακτική
耳にしろ
Βουλητική
耳にしよう
Υποθετική (ば)
耳にすれば