耳に入る
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 φτάνει στ' αυτιά μου, πέφτει στην αντίληψή μου, ακούω, μαθαίνω (συμπτωματικά, τυχαία)
- 02 μπαίνει στ' αυτιά μου (π.χ. νερό)
Παραδείγματα
-
その音が耳に入る。
Ο ήχος έφτασε στ' αυτιά μου.
-
隣の家の話が、時々耳に入ります。
Κάποιες φορές, ακούω τις συζητήσεις απ' το διπλανό σπίτι.
-
社長の退任の話が、どこからともなく私の耳に入ってきました。
Η είδηση για την παραίτηση του διευθυντή μου έφτασε στ' αυτιά απ' το πουθενά.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 耳に入る
- Παρόν (ευγενικό)
- 耳に入ります
- Άρνηση (απλή)
- 耳に入らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 耳に入りません
- Παρελθόν (απλό)
- 耳に入った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 耳に入りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 耳に入らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 耳に入りませんでした
- Τε-μορφή
- 耳に入って
- Δυνητική
- 耳に入れる
- Προστακτική
- 耳に入れ
- Βουλητική
- 耳に入ろう
- Υποθετική (ば)
- 耳に入れば
- Υποθετική (たら)
- 耳に入ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 耳に入りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 耳に入るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 耳に入りなさい
- Παθητική
- 耳に入られる
- Αιτιατική
- 耳に入らせる