耳みみを傾かたむける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός αφουγκράζομαι, ακούω προσεκτικά, δίνω προσοχή

Παραδείγματα

  • 先生せんせいの話はなしに耳みみを傾かたむけましょう。

    Ας ακούσουμε προσεκτικά τον δάσκαλο.

  • 彼かれはいつも人ひとの意見いけんに耳みみを傾かたむけます。

    Αυτός ακούει πάντα με προσοχή τις απόψεις των άλλων.

  • 困難こんなんな状況じょうきょうにある人々ひとびとの声こえに耳みみを傾かたむけ、支援しえんの手てを差さし伸のべることが重要じゅうようです。

    Είναι σημαντικό να αφουγκραζόμαστε τις φωνές των ανθρώπων που βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση και να τους προσφέρουμε βοήθεια.

Κλίση

Παρόν (απλό)
耳を傾ける
Παρόν (ευγενικό)
耳を傾けます
Άρνηση (απλή)
耳を傾けない
Άρνηση (ευγενική)
耳を傾けません
Παρελθόν (απλό)
耳を傾けた
Παρελθόν (ευγενικό)
耳を傾けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
耳を傾けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
耳を傾けませんでした
Τε-μορφή
耳を傾けて
Δυνητική
耳を傾けられる
Προστακτική
耳を傾けろ
Βουλητική
耳を傾けよう
Υποθετική (ば)
耳を傾ければ