耳みみ

ουσιαστικό | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αυτί
  2. 02 ακοή
  3. 03 αυτί (για τη μουσική κ.λπ.)
  4. 04 άκρη, κόρα (ψωμιού ή τυριού), μπορντούρα (υφαντού)
  5. 05 χερούλι (κατσαρόλας, κανάτας κ.λπ.), λαβή

Παραδείγματα

  • 猫ねこの耳みみはかわいいです。

    Τα αυτιά της γάτας είναι χαριτωμένα.

  • 私わたしの祖母そぼは耳みみが遠とおいです。

    Η γιαγιά μου έχει βαρηκοΐα.

  • 彼かれの話はなしはいつも興味深きょうみぶかいので、皆みなが彼かれの言葉ことばに耳みみを傾かたむけます。

    Οι ιστορίες του είναι πάντα ενδιαφέρουσες, οπότε όλοι τον ακούνε με προσοχή.