耽る
ρήμα, άλλο | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ενδίδω σε, αφήνομαι σε, εμμονικά προσηλώνομαι σε
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα αφοσιώνομαι σε, βυθίζομαι σε, απορροφώμαι από
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 耽る
- Παρόν (ευγενικό)
- 耽ります
- Άρνηση (απλή)
- 耽らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 耽りません
- Παρελθόν (απλό)
- 耽った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 耽りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 耽らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 耽りませんでした
- Τε-μορφή
- 耽って
- Δυνητική
- 耽れる
- Προστακτική
- 耽れ
- Βουλητική
- 耽ろう
- Υποθετική (ば)
- 耽れば
- Υποθετική (たら)
- 耽ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 耽りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 耽るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 耽りなさい
- Παθητική
- 耽られる
- Αιτιατική
- 耽らせる