きよ

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άγιος, ιερός, οσιώτατος

Κλίση

Παρόν (απλό)
聖い
Παρόν (ευγενικό)
聖いです
Άρνηση (απλή)
聖くない
Άρνηση (ευγενική)
聖くないです
Παρελθόν (απλό)
聖かった
Παρελθόν (ευγενικό)
聖かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
聖くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
聖くなかったです
Τε-μορφή
聖くて
Υποθετική (ば)
聖ければ