聖職
ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 τιμητικό επάγγελμα (π.χ. ιερέας, μοναχός, δάσκαλος, γιατρός κ.ά.), σεβαστό λειτούργημα
- 02 ιερατείο, ιεροσύνη, ιερά τάγματα
Παραδείγματα
-
先生は聖職です。
Ο δάσκαλος είναι ένα ιερό επάγγελμα.
-
多くの人が、医者になることを聖職だと考えています。
Πολλοί άνθρωποι θεωρούν το να γίνει κανείς γιατρός ένα ιερό λειτούργημα.
-
ある意味では、国民に奉仕する政治も、聖職と呼べるかもしれません。
Κατά μία έννοια, ακόμα και η πολιτική, που υπηρετεί τους πολίτες, μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιερό επάγγελμα.