聞いてあきれる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εκπλήσσομαι από αυτά που ακούω, δυσπιστώ
- 02 ποιον νομίζεις ότι κοροϊδεύεις λέγοντας (αυτό), για γέλια!
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 聞いてあきれる
- Παρόν (ευγενικό)
- 聞いてあきれます
- Άρνηση (απλή)
- 聞いてあきれない
- Άρνηση (ευγενική)
- 聞いてあきれません
- Παρελθόν (απλό)
- 聞いてあきれた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 聞いてあきれました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 聞いてあきれなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 聞いてあきれませんでした
- Τε-μορφή
- 聞いてあきれて
- Δυνητική
- 聞いてあきれられる
- Προστακτική
- 聞いてあきれろ
- Βουλητική
- 聞いてあきれよう
- Υποθετική (ば)
- 聞いてあきれれば
- Υποθετική (たら)
- 聞いてあきれたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 聞いてあきれたい
- Απαγορευτική (~な)
- 聞いてあきれるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 聞いてあきれなさい
- Παθητική
- 聞いてあきれられる
- Αιτιατική
- 聞いてあきれさせる