聞きかす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάνω να ακούσει, αφηγούμαι (π.χ. μια ιστορία), ενημερώνω
  2. 02 κάνω να ακούσει, κάνω να καταλάβει, εμφυσώ
  3. 03 καθηλώνω (κάποιον) με επιδέξιο τραγούδι, αφήγηση κ.λπ., μαγεύω

Παραδείγματα

  • 子供こどもに物語ものがたりを聞きかせます。

    Θα διαβάσω μια ιστορία στο παιδί.

  • 友達ともだちに最近さいきんの出来事できごとを聞きかせた。

    Διηγήθηκα στον φίλο μου τι έγινε τον τελευταίο καιρό.

  • 彼かれのスピーチは、聴衆ちょうしゅうに強つよいメッセージを聞きかせ、深ふかく考かんがえさせた。

    Η ομιλία του μετέφερε ένα δυνατό μήνυμα στο κοινό, κάνοντάς τους να σκεφτούν βαθιά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
聞かす
Παρόν (ευγενικό)
聞かします
Άρνηση (απλή)
聞かさない
Άρνηση (ευγενική)
聞かしません
Παρελθόν (απλό)
聞かした
Παρελθόν (ευγενικό)
聞かしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
聞かさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
聞かしませんでした
Τε-μορφή
聞かして
Δυνητική
聞かせる
Προστακτική
聞かせ
Βουλητική
聞かそう
Υποθετική (ば)
聞かせば