かせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφήνω κάποιον να ακούσει, διηγούμαι (π.χ. μια ιστορία), ενημερώνω για κάτι
  2. 02 αναγκάζω κάποιον να ακούσει, κάνω κάποιον να καταλάβει, βάζω κάποιον να εμπεδώσει κάτι
  3. 03 μαγεύω κάποιον με επιδέξιο τραγούδι, αφήγηση κ.λπ., συναρπάζω κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
聞かせる
Παρόν (ευγενικό)
聞かせます
Άρνηση (απλή)
聞かせない
Άρνηση (ευγενική)
聞かせません
Παρελθόν (απλό)
聞かせた
Παρελθόν (ευγενικό)
聞かせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
聞かせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
聞かせませんでした
Τε-μορφή
聞かせて
Δυνητική
聞かせられる
Προστακτική
聞かせろ
Βουλητική
聞かせよう
Υποθετική (ば)
聞かせれば