きそびれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χάνω την ευκαιρία να ρωτήσω, ξεχνώ να ρωτήσω

Κλίση

Παρόν (απλό)
聞きそびれる
Παρόν (ευγενικό)
聞きそびれます
Άρνηση (απλή)
聞きそびれない
Άρνηση (ευγενική)
聞きそびれません
Παρελθόν (απλό)
聞きそびれた
Παρελθόν (ευγενικό)
聞きそびれました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
聞きそびれなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
聞きそびれませんでした
Τε-μορφή
聞きそびれて
Δυνητική
聞きそびれられる
Προστακτική
聞きそびれろ
Βουλητική
聞きそびれよう
Υποθετική (ば)
聞きそびれれば