聞きづらい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 δυσδιάκριτος, δύσκολος στην ακοή
- 02 δυσάρεστος στην ακοή, ενοχλητικός στην ακοή
- 03 δύσκολος στο να ερωτηθεί
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 聞きづらい
- Παρόν (ευγενικό)
- 聞きづらいです
- Άρνηση (απλή)
- 聞きづらくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 聞きづらくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 聞きづらかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 聞きづらかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 聞きづらくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 聞きづらくなかったです
- Τε-μορφή
- 聞きづらくて
- Υποθετική (ば)
- 聞きづらければ
- Υποθετική (たら)
- 聞きづらかったら