けがいい

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λογικός (άτομο), υπάκουος (π.χ. παιδί), που κάνει ό,τι του ζητηθεί

Κλίση

Παρόν (απλό)
聞き分けがいい
Παρόν (ευγενικό)
聞き分けがいいです
Άρνηση (απλή)
聞き分けがいくない
Άρνηση (ευγενική)
聞き分けがいくないです
Παρελθόν (απλό)
聞き分けがいかった
Παρελθόν (ευγενικό)
聞き分けがいかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
聞き分けがいくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
聞き分けがいくなかったです
Τε-μορφή
聞き分けがいくて
Υποθετική (ば)
聞き分けがいければ