ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναγνωρίζω (από τον ήχο), προσδιορίζω, διαφοροποιώ (φωνές, ήχους κ.λπ.), ξεχωρίζω, διακρίνω (τη διαφορά) ακούγοντας
  2. 02 κατανοώ (ακούγοντας), υπακούω στη λογική, είμαι λογικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
聞き分ける
Παρόν (ευγενικό)
聞き分けます
Άρνηση (απλή)
聞き分けない
Άρνηση (ευγενική)
聞き分けません
Παρελθόν (απλό)
聞き分けた
Παρελθόν (ευγενικό)
聞き分けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
聞き分けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
聞き分けませんでした
Τε-μορφή
聞き分けて
Δυνητική
聞き分けられる
Προστακτική
聞き分けろ
Βουλητική
聞き分けよう
Υποθετική (ば)
聞き分ければ