聞き届ける
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ικανοποιώ (ένα αίτημα), αποδέχομαι, εισακούω (μια προσευχή), συμμορφώνομαι με (μια απαίτηση)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 聞き届ける
- Παρόν (ευγενικό)
- 聞き届けます
- Άρνηση (απλή)
- 聞き届けない
- Άρνηση (ευγενική)
- 聞き届けません
- Παρελθόν (απλό)
- 聞き届けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 聞き届けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 聞き届けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 聞き届けませんでした
- Τε-μορφή
- 聞き届けて
- Δυνητική
- 聞き届けられる
- Προστακτική
- 聞き届けろ
- Βουλητική
- 聞き届けよう
- Υποθετική (ば)
- 聞き届ければ
- Υποθετική (たら)
- 聞き届けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 聞き届けたい
- Απαγορευτική (~な)
- 聞き届けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 聞き届けなさい
- Παθητική
- 聞き届けられる
- Αιτιατική
- 聞き届けさせる