らす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποτυγχάνω να ακούσω, χάνω κάτι που λέχθηκε

Κλίση

Παρόν (απλό)
聞き漏らす
Παρόν (ευγενικό)
聞き漏らします
Άρνηση (απλή)
聞き漏らさない
Άρνηση (ευγενική)
聞き漏らしません
Παρελθόν (απλό)
聞き漏らした
Παρελθόν (ευγενικό)
聞き漏らしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
聞き漏らさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
聞き漏らしませんでした
Τε-μορφή
聞き漏らして
Δυνητική
聞き漏らせる
Προστακτική
聞き漏らせ
Βουλητική
聞き漏らそう
Υποθετική (ば)
聞き漏らせば