なお

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξανακούω
  2. 02 ξαναρωτώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
聞き直す
Παρόν (ευγενικό)
聞き直します
Άρνηση (απλή)
聞き直さない
Άρνηση (ευγενική)
聞き直しません
Παρελθόν (απλό)
聞き直した
Παρελθόν (ευγενικό)
聞き直しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
聞き直さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
聞き直しませんでした
Τε-μορφή
聞き直して
Δυνητική
聞き直せる
Προστακτική
聞き直せ
Βουλητική
聞き直そう
Υποθετική (ば)
聞き直せば