ぐるしい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δυσάρεστος στην ακοή
  2. 02 δυσδιάκριτος στον ήχο

Κλίση

Παρόν (απλό)
聞き苦しい
Παρόν (ευγενικό)
聞き苦しいです
Άρνηση (απλή)
聞き苦しくない
Άρνηση (ευγενική)
聞き苦しくないです
Παρελθόν (απλό)
聞き苦しかった
Παρελθόν (ευγενικό)
聞き苦しかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
聞き苦しくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
聞き苦しくなかったです
Τε-μορφή
聞き苦しくて
Υποθετική (ば)
聞き苦しければ