おぼえがある

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έχω ξανακούσει, μου φαίνεται γνωστό

Κλίση

Παρόν (απλό)
聞き覚えがある
Παρόν (ευγενικό)
聞き覚えがあります
Άρνηση (απλή)
聞き覚えがない
Άρνηση (ευγενική)
聞き覚えがありません
Παρελθόν (απλό)
聞き覚えがあった
Παρελθόν (ευγενικό)
聞き覚えがありました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
聞き覚えがなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
聞き覚えがありませんでした
Τε-μορφή
聞き覚えがあって
Δυνητική
聞き覚えがあれる
Προστακτική
聞き覚えがあれ
Βουλητική
聞き覚えがあろう
Υποθετική (ば)
聞き覚えがあれば