おぼえる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είμαι εξοικειωμένος με κάτι που έχω ακούσει
  2. 02 μαθαίνω ακούγοντας, αποκτώ γνώσεις εξ ακοής

Κλίση

Παρόν (απλό)
聞き覚える
Παρόν (ευγενικό)
聞き覚えます
Άρνηση (απλή)
聞き覚えない
Άρνηση (ευγενική)
聞き覚えません
Παρελθόν (απλό)
聞き覚えた
Παρελθόν (ευγενικό)
聞き覚えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
聞き覚えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
聞き覚えませんでした
Τε-μορφή
聞き覚えて
Δυνητική
聞き覚えられる
Προστακτική
聞き覚えろ
Βουλητική
聞き覚えよう
Υποθετική (ば)
聞き覚えれば