聞きき返かえす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ακούω επανειλημμένα, ξανακούω
  2. 02 ανταποδίδω μια ερώτηση, ρωτώ κι εγώ
  3. 03 ξαναρωτώ, ζητώ επανάληψη μιας εξήγησης

Παραδείγματα

  • わからないとき、聞きき返かえします。

    Όταν δεν καταλαβαίνω, ρωτάω ξανά.

  • 先生せんせいの話はなしが早はやすぎて、何なにを言いっているのかわからなかったので、聞きき返かえしました。

    Ο δάσκαλος μιλούσε πολύ γρήγορα, οπότε δεν κατάλαβα τι έλεγε και του ζήτησα να το επαναλάβει.

  • 相手あいての言いったことをよく理解りかいできない場合ばあいは、遠慮えんりょせずに聞きき返かえすことが、円滑えんかつなコミュニケーションに繋つながります。

    Αν δεν καταλαβαίνεις καλά τι σου λέει ο συνομιλητής σου, το να ξαναρωτάς χωρίς δισταγμό συμβάλλει στην ομαλή επικοινωνία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
聞き返す
Παρόν (ευγενικό)
聞き返します
Άρνηση (απλή)
聞き返さない
Άρνηση (ευγενική)
聞き返しません
Παρελθόν (απλό)
聞き返した
Παρελθόν (ευγενικό)
聞き返しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
聞き返さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
聞き返しませんでした
Τε-μορφή
聞き返して
Δυνητική
聞き返せる
Προστακτική
聞き返せ
Βουλητική
聞き返そう
Υποθετική (ば)
聞き返せば