のが

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δεν ακούω κάτι, χάνω κάτι που ακούγεται
  2. 02 προσποιούμαι ότι δεν άκουσα κάτι, αφήνω μια παρατήρηση να περάσει ασχολίαστη

Κλίση

Παρόν (απλό)
聞き逃す
Παρόν (ευγενικό)
聞き逃します
Άρνηση (απλή)
聞き逃さない
Άρνηση (ευγενική)
聞き逃しません
Παρελθόν (απλό)
聞き逃した
Παρελθόν (ευγενικό)
聞き逃しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
聞き逃さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
聞き逃しませんでした
Τε-μορφή
聞き逃して
Δυνητική
聞き逃せる
Προστακτική
聞き逃せ
Βουλητική
聞き逃そう
Υποθετική (ば)
聞き逃せば