聞く
ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict
- 01 ακούω
- 02 ειδικά ως 聴く ακούω (π.χ. μουσική)
- 03 ρωτάω, ζητάω πληροφορίες
- 04 ακούω για, μαθαίνω
- 05 ακολουθώ (συμβουλή, διαταγή κ.λπ.), υπακούω, συμμορφώνομαι
- 06 ακούω (π.χ. μια έκκληση), εγκρίνω (μια αίτηση), αποδέχομαι (π.χ. ένα επιχείρημα), λαμβάνω υπόψη
- 07 μυρίζω (ιδίως λιβάνι), δοκιμάζω (ένα άρωμα)
- 08 δοκιμάζω (αλκοόλ), γεύομαι
Παραδείγματα
-
音楽を聞きます。
Ακούω μουσική.
-
先生の話をよく聞きます。
Ακούω προσεκτικά τι λέει ο δάσκαλος.
-
専門家の意見を聞いてから、最終的な判断を下します。
Αφού ακούσω τη γνώμη των ειδικών, θα πάρω την τελική μου απόφαση.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 聞く
- Παρόν (ευγενικό)
- 聞きます
- Άρνηση (απλή)
- 聞かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 聞きません
- Παρελθόν (απλό)
- 聞いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 聞きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 聞かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 聞きませんでした
- Τε-μορφή
- 聞いて
- Δυνητική
- 聞ける
- Προστακτική
- 聞け
- Βουλητική
- 聞こう
- Υποθετική (ば)
- 聞けば
- Υποθετική (たら)
- 聞いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 聞きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 聞くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 聞きなさい
- Παθητική
- 聞かれる
- Αιτιατική
- 聞かせる