こえる

ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ακούγομαι, φτάνω στ' αυτιά μου
  2. 02 ακούγομαι (σαν), δίνω την εντύπωση (ότι)
  3. 03 είμαι γνωστός, είμαι διάσημος
  4. 04 παρωχημένο δέχομαι (τα λόγια κάποιου), συμφωνώ, καταλαβαίνω

Παραδείγματα

  • とりこえこえる

    Ακούγονται τα πουλιά.

  • かれこえすこつかれているようにこえた

    Η φωνή του ακουγόταν λίγο κουρασμένη.

  • どんなにちいさなこえでも、こまっているひとこえは私たちにとどき、こえなければならない。

    Όσο χαμηλόφωνη κι αν είναι, η φωνή των ανθρώπων που έχουν ανάγκη πρέπει να φτάνει σε εμάς και να ακούγεται.

Κλίση

Παρόν (απλό)
聞こえる
Παρόν (ευγενικό)
聞こえます
Άρνηση (απλή)
聞こえない
Άρνηση (ευγενική)
聞こえません
Παρελθόν (απλό)
聞こえた
Παρελθόν (ευγενικό)
聞こえました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
聞こえなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
聞こえませんでした
Τε-μορφή
聞こえて
Δυνητική
聞こえられる
Προστακτική
聞こえろ
Βουλητική
聞こえよう
Υποθετική (ば)
聞こえれば