聞こえ
ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 ακουσιμότητα, το να ακούγεται κάτι (καθαρά), καθαρότητα ήχου, λήψη (π.χ. ραδιοφωνικού σταθμού)
- 02 φήμη, αναγνώριση, δόξα, άκουσμα (ό,τι λέγεται)
- 03 εντύπωση (που δημιουργεί κάτι), αξιοπρέπεια, υπόληψη
- 04 ηχηρότητα
Παραδείγματα
-
ラジオの聞こえが悪いです。
Το ραδιόφωνο ακούγεται άσχημα.
-
あの会社の名前は聞こえがいいですね。
Το όνομα αυτής της εταιρείας ηχεί καλά, δεν νομίζετε;
-
この提案は聞こえが悪いかもしれませんが、会社の将来を考えれば必要です。
Αυτή η πρόταση μπορεί να μην ακούγεται ευχάριστα, αλλά είναι απαραίτητη αν λάβουμε υπόψη το μέλλον της εταιρείας.