こし

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τιμητικό ακούω
  2. 02 τιμητικό πίνω, καταναλώνω ποτό

Κλίση

Παρόν (απλό)
聞こし召す
Παρόν (ευγενικό)
聞こし召します
Άρνηση (απλή)
聞こし召さない
Άρνηση (ευγενική)
聞こし召しません
Παρελθόν (απλό)
聞こし召した
Παρελθόν (ευγενικό)
聞こし召しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
聞こし召さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
聞こし召しませんでした
Τε-μορφή
聞こし召して
Δυνητική
聞こし召せる
Προστακτική
聞こし召せ
Βουλητική
聞こし召そう
Υποθετική (ば)
聞こし召せば