さと

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα έξυπνος, ευφυής
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα οξύς (για ακοή κ.λπ.), ευαίσθητος, διορατικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
聡い
Παρόν (ευγενικό)
聡いです
Άρνηση (απλή)
聡くない
Άρνηση (ευγενική)
聡くないです
Παρελθόν (απλό)
聡かった
Παρελθόν (ευγενικό)
聡かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
聡くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
聡くなかったです
Τε-μορφή
聡くて
Υποθετική (ば)
聡ければ