そびやかす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα υψώνω (συνήθως τους ώμους, με ύφος γεμάτο αυτοπεποίθηση ή επιδεικτικό)

Κλίση

Παρόν (απλό)
聳やかす
Παρόν (ευγενικό)
聳やかします
Άρνηση (απλή)
聳やかさない
Άρνηση (ευγενική)
聳やかしません
Παρελθόν (απλό)
聳やかした
Παρελθόν (ευγενικό)
聳やかしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
聳やかさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
聳やかしませんでした
Τε-μορφή
聳やかして
Δυνητική
聳やかせる
Προστακτική
聳やかせ
Βουλητική
聳やかそう
Υποθετική (ば)
聳やかせば