聴取
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ακρόαση (δήλωσης, γνώμης, εξήγησης κ.λπ.), ερώτηση, ανάκριση (π.χ. υπόπτου), εξέταση
- 02 ακρόαση (π.χ. ραδιοφώνου)
Παραδείγματα
-
意見を聴取します。
Θα ακούσω τις απόψεις.
-
警察は事件について容疑者から事情を聴取した。
Η αστυνομία ανέκρινε τον ύποπτο σχετικά με το περιστατικό.
-
顧客の生の声は、今後の製品開発において極めて重要な聴取対象となります。
Οι αυθεντικές απόψεις των πελατών αποτελούν ένα εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο προς εξέταση για τη μελλοντική ανάπτυξη προϊόντων.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 聴取する
- Παρόν (ευγενικό)
- 聴取します
- Άρνηση (απλή)
- 聴取しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 聴取しません
- Παρελθόν (απλό)
- 聴取した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 聴取しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 聴取しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 聴取しませんでした
- Τε-μορφή
- 聴取して
- Δυνητική
- 聴取できる
- Προστακτική
- 聴取しろ
- Βουλητική
- 聴取しよう
- Υποθετική (ば)
- 聴取すれば
- Υποθετική (たら)
- 聴取したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 聴取したい
- Απαγορευτική (~な)
- 聴取するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 聴取しなさい
- Παθητική
- 聴取される
- Αιτιατική
- 聴取させる