ちょうしゅうきさせない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρατώ αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού

Κλίση

Παρόν (απλό)
聴衆を飽きさせない
Παρόν (ευγενικό)
聴衆を飽きさせないです
Άρνηση (απλή)
聴衆を飽きさせなくない
Άρνηση (ευγενική)
聴衆を飽きさせなくないです
Παρελθόν (απλό)
聴衆を飽きさせなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
聴衆を飽きさせなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
聴衆を飽きさせなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
聴衆を飽きさせなくなかったです
Τε-μορφή
聴衆を飽きさせなくて
Υποθετική (ば)
聴衆を飽きさせなければ