ちょうきょ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άδεια, έγκριση

Κλίση

Παρόν (απλό)
聴許する
Παρόν (ευγενικό)
聴許します
Άρνηση (απλή)
聴許しない
Άρνηση (ευγενική)
聴許しません
Παρελθόν (απλό)
聴許した
Παρελθόν (ευγενικό)
聴許しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
聴許しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
聴許しませんでした
Τε-μορφή
聴許して
Δυνητική
聴許できる
Προστακτική
聴許しろ
Βουλητική
聴許しよう
Υποθετική (ば)
聴許すれば