しょくじんもん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αυτεπάγγελτη ανάκριση, αστυνομικός έλεγχος (ύποπτου ατόμου), αστυνομικός έλεγχος

Κλίση

Παρόν (απλό)
職務尋問する
Παρόν (ευγενικό)
職務尋問します
Άρνηση (απλή)
職務尋問しない
Άρνηση (ευγενική)
職務尋問しません
Παρελθόν (απλό)
職務尋問した
Παρελθόν (ευγενικό)
職務尋問しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
職務尋問しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
職務尋問しませんでした
Τε-μορφή
職務尋問して
Δυνητική
職務尋問できる
Προστακτική
職務尋問しろ
Βουλητική
職務尋問しよう
Υποθετική (ば)
職務尋問すれば