しょくいじめ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκφοβισμός στον εργασιακό χώρο

Κλίση

Παρόν (απλό)
職場いじめする
Παρόν (ευγενικό)
職場いじめします
Άρνηση (απλή)
職場いじめしない
Άρνηση (ευγενική)
職場いじめしません
Παρελθόν (απλό)
職場いじめした
Παρελθόν (ευγενικό)
職場いじめしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
職場いじめしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
職場いじめしませんでした
Τε-μορφή
職場いじめして
Δυνητική
職場いじめできる
Προστακτική
職場いじめしろ
Βουλητική
職場いじめしよう
Υποθετική (ば)
職場いじめすれば