ちょうぞう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ίδρυση, δημιουργία (π.χ. μιας χώρας), θεμελίωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
肇造する
Παρόν (ευγενικό)
肇造します
Άρνηση (απλή)
肇造しない
Άρνηση (ευγενική)
肇造しません
Παρελθόν (απλό)
肇造した
Παρελθόν (ευγενικό)
肇造しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
肇造しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
肇造しませんでした
Τε-μορφή
肇造して
Δυνητική
肇造できる
Προστακτική
肇造しろ
Βουλητική
肇造しよう
Υποθετική (ば)
肇造すれば