にくらせてほね

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός θυσιάζω κάτι μικρό για να επιτύχω έναν μεγαλύτερο σκοπό, υφίσταμαι ζημία για να προκαλέσω μεγαλύτερη στον εχθρό, επιτρέπω να πληγωθεί η σάρκα μου για να κόψω το κόκαλο του αντιπάλου

Κλίση

Παρόν (απλό)
肉を切らせて骨を断つ
Παρόν (ευγενικό)
肉を切らせて骨を断ちます
Άρνηση (απλή)
肉を切らせて骨を断たない
Άρνηση (ευγενική)
肉を切らせて骨を断ちません
Παρελθόν (απλό)
肉を切らせて骨を断った
Παρελθόν (ευγενικό)
肉を切らせて骨を断ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
肉を切らせて骨を断たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
肉を切らせて骨を断ちませんでした
Τε-μορφή
肉を切らせて骨を断って
Δυνητική
肉を切らせて骨を断てる
Προστακτική
肉を切らせて骨を断て
Βουλητική
肉を切らせて骨を断とう
Υποθετική (ば)
肉を切らせて骨を断てば