にくきの

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εύσαρκος, γεροδεμένος, εύρωστος, παχουλός

Κλίση

Παρόν (απλό)
肉付きの良い
Παρόν (ευγενικό)
肉付きの良いです
Άρνηση (απλή)
肉付きの良くない
Άρνηση (ευγενική)
肉付きの良くないです
Παρελθόν (απλό)
肉付きの良かった
Παρελθόν (ευγενικό)
肉付きの良かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
肉付きの良くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
肉付きの良くなかったです
Τε-μορφή
肉付きの良くて
Υποθετική (ば)
肉付きの良ければ