にく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εμπλουτισμός (π.χ. ενός σχεδίου), προσθήκη λεπτομερειών
  2. 02 πλασιοποίηση, μοντελοποίηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
肉付けする
Παρόν (ευγενικό)
肉付けします
Άρνηση (απλή)
肉付けしない
Άρνηση (ευγενική)
肉付けしません
Παρελθόν (απλό)
肉付けした
Παρελθόν (ευγενικό)
肉付けしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
肉付けしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
肉付けしませんでした
Τε-μορφή
肉付けして
Δυνητική
肉付けできる
Προστακτική
肉付けしろ
Βουλητική
肉付けしよう
Υποθετική (ば)
肉付けすれば