にくはく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: にくうす

  1. 01 πλησιάζω ασφυκτικά (τον εχθρό, την πρώτη θέση κ.λπ.), έρχομαι κοντά, πιέζω έντονα
  2. 02 πιέζω έντονα (π.χ. με μια ερώτηση), βάζω κάποιον στη θέση του, ανακρίνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
肉薄する
Παρόν (ευγενικό)
肉薄します
Άρνηση (απλή)
肉薄しない
Άρνηση (ευγενική)
肉薄しません
Παρελθόν (απλό)
肉薄した
Παρελθόν (ευγενικό)
肉薄しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
肉薄しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
肉薄しませんでした
Τε-μορφή
肉薄して
Δυνητική
肉薄できる
Προστακτική
肉薄しろ
Βουλητική
肉薄しよう
Υποθετική (ば)
肉薄すれば