肉食妻帯
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός κρεοφαγία και έγγαμος βίος (στον Βουδισμό), βουδιστής ιερέας που καταναλώνει κρέας και έρχεται σε γάμο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 肉食妻帯する
- Παρόν (ευγενικό)
- 肉食妻帯します
- Άρνηση (απλή)
- 肉食妻帯しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 肉食妻帯しません
- Παρελθόν (απλό)
- 肉食妻帯した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 肉食妻帯しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 肉食妻帯しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 肉食妻帯しませんでした
- Τε-μορφή
- 肉食妻帯して
- Δυνητική
- 肉食妻帯できる
- Προστακτική
- 肉食妻帯しろ
- Βουλητική
- 肉食妻帯しよう
- Υποθετική (ば)
- 肉食妻帯すれば
- Υποθετική (たら)
- 肉食妻帯したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 肉食妻帯したい
- Απαγορευτική (~な)
- 肉食妻帯するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 肉食妻帯しなさい
- Παθητική
- 肉食妻帯される
- Αιτιατική
- 肉食妻帯させる