はだ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ταιριάζει στο δέρμα μου
  2. 02 ιδιωματισμός συμβαδίζω, ταιριάζω με κάποιον, ανταποκρίνομαι στα γούστα μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
肌に合う
Παρόν (ευγενικό)
肌に合います
Άρνηση (απλή)
肌に合わない
Άρνηση (ευγενική)
肌に合いません
Παρελθόν (απλό)
肌に合った
Παρελθόν (ευγενικό)
肌に合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
肌に合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
肌に合いませんでした
Τε-μορφή
肌に合って
Δυνητική
肌に合える
Προστακτική
肌に合え
Βουλητική
肌に合おう
Υποθετική (ば)
肌に合えば