肌を合わせる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνευρίσκομαι ερωτικά (για άνδρα και γυναίκα), φέρνω τα σώματα σε επαφή (π.χ. για ζεστασιά)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 肌を合わせる
- Παρόν (ευγενικό)
- 肌を合わせます
- Άρνηση (απλή)
- 肌を合わせない
- Άρνηση (ευγενική)
- 肌を合わせません
- Παρελθόν (απλό)
- 肌を合わせた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 肌を合わせました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 肌を合わせなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 肌を合わせませんでした
- Τε-μορφή
- 肌を合わせて
- Δυνητική
- 肌を合わせられる
- Προστακτική
- 肌を合わせろ
- Βουλητική
- 肌を合わせよう
- Υποθετική (ば)
- 肌を合わせれば
- Υποθετική (たら)
- 肌を合わせたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 肌を合わせたい
- Απαγορευτική (~な)
- 肌を合わせるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 肌を合わせなさい
- Παθητική
- 肌を合わせられる
- Αιτιατική
- 肌を合わせさせる