きもやす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παγώνω από τον τρόμο, τρομοκρατούμαι, πεθαίνω από τον φόβο μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
肝を冷やす
Παρόν (ευγενικό)
肝を冷やします
Άρνηση (απλή)
肝を冷やさない
Άρνηση (ευγενική)
肝を冷やしません
Παρελθόν (απλό)
肝を冷やした
Παρελθόν (ευγενικό)
肝を冷やしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
肝を冷やさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
肝を冷やしませんでした
Τε-μορφή
肝を冷やして
Δυνητική
肝を冷やせる
Προστακτική
肝を冷やせ
Βουλητική
肝を冷やそう
Υποθετική (ば)
肝を冷やせば