える

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παχαίνω, παίρνω βάρος
  2. 02 γίνομαι εύφορος (για το έδαφος)
  3. 03 γίνομαι απαιτητικός, αποκτώ λεπτό γούστο (για τον ουρανίσκο, το μάτι, το αυτί κ.λπ.)
  4. 04 πλουτίζω, αποκτώ πλούτο

Κλίση

Παρόν (απλό)
肥える
Παρόν (ευγενικό)
肥えます
Άρνηση (απλή)
肥えない
Άρνηση (ευγενική)
肥えません
Παρελθόν (απλό)
肥えた
Παρελθόν (ευγενικό)
肥えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
肥えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
肥えませんでした
Τε-μορφή
肥えて
Δυνητική
肥えられる
Προστακτική
肥えろ
Βουλητική
肥えよう
Υποθετική (ば)
肥えれば