やす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λιπαίνω, εμπλουτίζω το έδαφος

Κλίση

Παρόν (απλό)
肥やす
Παρόν (ευγενικό)
肥やします
Άρνηση (απλή)
肥やさない
Άρνηση (ευγενική)
肥やしません
Παρελθόν (απλό)
肥やした
Παρελθόν (ευγενικό)
肥やしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
肥やさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
肥やしませんでした
Τε-μορφή
肥やして
Δυνητική
肥やせる
Προστακτική
肥やせ
Βουλητική
肥やそう
Υποθετική (ば)
肥やせば