こえ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νυχτοφύλακας (αυτός που αδειάζει τους βόθρους), νυχτοφύλακας (αυτή που αδειάζει τους βόθρους)
  2. 02 εκκένωση βόθρων

Κλίση

Παρόν (απλό)
肥汲みする
Παρόν (ευγενικό)
肥汲みします
Άρνηση (απλή)
肥汲みしない
Άρνηση (ευγενική)
肥汲みしません
Παρελθόν (απλό)
肥汲みした
Παρελθόν (ευγενικό)
肥汲みしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
肥汲みしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
肥汲みしませんでした
Τε-μορφή
肥汲みして
Δυνητική
肥汲みできる
Προστακτική
肥汲みしろ
Βουλητική
肥汲みしよう
Υποθετική (ば)
肥汲みすれば