いく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πάχυνση (βοοειδών, χοίρων κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
肥育する
Παρόν (ευγενικό)
肥育します
Άρνηση (απλή)
肥育しない
Άρνηση (ευγενική)
肥育しません
Παρελθόν (απλό)
肥育した
Παρελθόν (ευγενικό)
肥育しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
肥育しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
肥育しませんでした
Τε-μορφή
肥育して
Δυνητική
肥育できる
Προστακτική
肥育しろ
Βουλητική
肥育しよう
Υποθετική (ば)
肥育すれば